Άντρες μύρισαν κολπικά υγρά για ερευνητικούς λόγους - Ποια ήταν τα συμπεράσματα
Επιστήμονες ανέλυσαν χημικά και αντιδράσεις ανδρών — χωρίς σαφή ένδειξη επιτυχίας.
Μπορεί ένας άνδρας να «μυρίσει» πότε μια γυναίκα βρίσκεται στις γόνιμες ημέρες του κύκλου της; Μια νέα επιστημονική μελέτη έρχεται να δώσει μια μάλλον απογοητευτική απάντηση: πιθανότατα όχι. Η έρευνα, που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Evolution and Human Behavior, εξετάζει αν οι σύγχρονες γυναίκες εκπέμπουν χημικά σήματα γονιμότητας μέσω της οσμής του αιδοίου – όπως συμβαίνει σε πολλά άλλα πρωτεύοντα θηλαστικά – και καταλήγει ότι τέτοια σήματα, αν υπήρξαν ποτέ, σήμερα δεν είναι ανιχνεύσιμα.
Όπως διαβάζουμε στο PsyPost, στον κόσμο των ζώων, και ιδιαίτερα στα πρωτεύοντα όπως οι χιμπατζήδες και οι μπαμπουίνοι, τα θηλυκά «διαφημίζουν» τη γόνιμη φάση τους με οσφρητικά σήματα. Η οσμή της γεννητικής περιοχής αλλάζει χημικά κοντά στην ωορρηξία, επιτρέποντας στα αρσενικά να αναγνωρίσουν πότε αυξάνονται οι πιθανότητες σύλληψης. Επειδή οι άνθρωποι μοιράζονται κοινή εξελικτική καταγωγή με αυτά τα είδη, οι επιστήμονες αναρωτιούνται εδώ και χρόνια αν παρόμοια – έστω πιο διακριτικά – σήματα επιβιώνουν και στον άνθρωπο.
Η λεγόμενη «υπόθεση του διαρρέοντος σήματος» (leaky-cue hypothesis) υποστηρίζει ότι οι γυναίκες ίσως εκπέμπουν άθελά τους ενδείξεις γονιμότητας. Προηγούμενες έρευνες έχουν εξετάσει αν η φωνή, η ελκυστικότητα του προσώπου ή ακόμη και η μυρωδιά της μασχάλης μεταβάλλονται στον κύκλο, όμως τα αποτελέσματα ήταν ασαφή και συχνά αντικρουόμενα. Η οσμή της αιδοιοκολπικής περιοχής, αν και βιολογικά πιο «άμεση», δεν είχε μελετηθεί με σύγχρονες και αυστηρές μεθόδους.
Πώς σχεδιάστηκε η έρευνα
Για να καλύψει αυτό το κενό, ερευνητική ομάδα από το Πανεπιστήμιο της Λειψίας και το Ινστιτούτο Μαξ Πλανκ εξέτασε 28 γυναίκες ηλικίας 20 έως 30 ετών. Όλες είχαν σταθερό κύκλο και δεν χρησιμοποιούσαν ορμονική αντισύλληψη. Η ωορρηξία δεν προσδιορίστηκε με απλή ημερολογιακή μέθοδο, αλλά με τεστ ούρων υψηλής ευαισθησίας για την ωχρινοτρόπο ορμόνη και με ανάλυση σάλιου για οιστραδιόλη και προγεστερόνη. Έτσι, οι ερευνητές γνώριζαν με ακρίβεια πότε κάθε συμμετέχουσα βρισκόταν στο γόνιμο παράθυρο.
Οι γυναίκες ακολούθησαν αυστηρό πρωτόκολλο ώστε να μην επηρεαστεί η φυσική τους οσμή: χορτοφαγική ή vegan διατροφή, αποφυγή τροφών με έντονη μυρωδιά όπως σκόρδο και κρεμμύδι, καθώς και αποχή από αλκοόλ και κάπνισμα. Δείγματα συλλέχθηκαν σε δέκα διαφορετικά σημεία του κύκλου, με έμφαση στις ημέρες γύρω από την ωορρηξία, όπου θεωρητικά θα έπρεπε να εμφανίζονται οι μεγαλύτερες αλλαγές.
Χημική ανάλυση στο εργαστήριο
Το πρώτο σκέλος της μελέτης ήταν καθαρά χημικό. Από 16 γυναίκες συλλέχθηκαν 146 δείγματα οσμής με ειδική αντλία που παγίδευε πτητικές οργανικές ενώσεις σε ειδικούς σωλήνες. Στη συνέχεια, τα δείγματα αναλύθηκαν με αέρια χρωματογραφία–φασματομετρία μάζας, μια τεχνική που διαχωρίζει και ταυτοποιεί τα επιμέρους χημικά συστατικά ενός μίγματος. Οι επιστήμονες αναζήτησαν μοτίβα που να ακολουθούν τον κύκλο και τον κίνδυνο σύλληψης.
Το αποτέλεσμα ήταν αρνητικό. Δεν βρέθηκε σταθερή μεταβολή στο συνολικό «χημικό αποτύπωμα» της οσμής που να επιτρέπει την πρόβλεψη της γόνιμης φάσης. Ορισμένα στατιστικά μοντέλα έδειξαν πιθανές αυξομειώσεις σε ουσίες όπως το οξικό οξύ, όμως όταν οι ερευνητές έλεγξαν την ανθεκτικότητα των δεδομένων – αφαιρώντας, για παράδειγμα, δείγματα από γυναίκες που δεν τήρησαν πλήρως τη διατροφή – οι συσχετίσεις εξαφανίστηκαν.
Τι μύρισαν οι άνδρες
Το δεύτερο σκέλος αφορούσε την ανθρώπινη αντίληψη. Συμμετείχαν 139 άνδρες, οι οποίοι κλήθηκαν να αξιολογήσουν δείγματα οσμής που είχαν συλλεχθεί με βαμβακερά επιθέματα, τα οποία οι γυναίκες φορούσαν για περίπου 12 ώρες. Οι άνδρες δεν γνώριζαν σε ποια φάση του κύκλου αντιστοιχούσε κάθε δείγμα και βαθμολόγησαν την ελκυστικότητα, την ευχαρίστηση και την ένταση της οσμής.
Και εδώ τα ευρήματα ήταν ξεκάθαρα: οι αξιολογήσεις δεν σχετίζονταν με τη γονιμότητα. Οι οσμές από τη γόνιμη φάση δεν κρίθηκαν πιο ελκυστικές ή πιο ευχάριστες από εκείνες άλλων ημερών. Ούτε τα επίπεδα ορμονών ούτε η χρονική απόσταση από την ωορρηξία επηρέασαν τις κρίσεις των ανδρών.
Οι ερευνητές εκτιμούν ότι, αν υπήρξε ποτέ σαφής οσφρητικό σήμα γονιμότητας στον άνθρωπο, έχει πλέον εξασθενήσει σημαντικά. Η όρθια στάση του σώματος απομακρύνει τη γεννητική περιοχή από τη μύτη των άλλων, μειώνοντας πιθανώς τον ρόλο της οσμής στην κοινωνική επικοινωνία. Επιπλέον, τα ρούχα και οι σύγχρονες πρακτικές υγιεινής ενδέχεται να έχουν «καλύψει» όποια χημικά ίχνη παρέμειναν.
Παράλληλα, το ανθρώπινο κολπικό μικροβίωμα διαφέρει σημαντικά από εκείνο άλλων πρωτευόντων. Η κυριαρχία βακτηρίων π.χ. γαλακτοβάκιλλων δημιουργεί πιο όξινο περιβάλλον, που ίσως επηρεάζει την πτητικότητα πιθανών χημικών σημάτων. Οι επιστήμονες επισημαίνουν ότι η μελέτη είχε περιορισμούς – όπως το σχετικά μικρό δείγμα στη χημική ανάλυση και τις αυστηρές εργαστηριακές συνθήκες – και ότι μελλοντικές έρευνες σε πιο «φυσικά» περιβάλλοντα μπορεί να φωτίσουν περαιτέρω το ζήτημα.
Προς το παρόν, όμως, τα δεδομένα δείχνουν ότι η ανθρώπινη γονιμότητα δεν «μυρίζει» – τουλάχιστον όχι με τρόπο που να μπορεί να ανιχνευθεί αξιόπιστα.